Η Κρυσταλλένια Περάτη γράφει για ιστορικά θέατρα της Αθήνας, την ατμόσφαιρα και την ιστορία τους

Αν κάποιος θέλει να μάθει λεπτομέρειες για την ιστορία του θεάτρου του νέου κόσμου δεν έχει παρά να ανατρέξει στο διαδίκτυο. Δεν έχω σκοπό να αναπαράγω όσα διάβασα αλλά να πω για αυτά που με έκαναν να τα αναζητήσω. Και αυτό είναι η εμπειρία που είχα πηγαίνοντας εκεί.

Ξεκίνησα να δω μία παράσταση. Κατέβηκα στάση Συγγρού φιξ και έβαλα περπατητό τζι-πι-ες. Πέρασα από την γωνία Αντισθένους και Θάρυπου, πολλές φορές και άρχισα να πιστεύω ότι πάω να βρω ένα θέατρο φάντασμα. Θυμάμαι να πεισμώνω και να λέω δεν μπορεί, αυτό το ρημάδι δεν κάνει ποτέ λάθος.Αποφάσισα να περπατήσω λίγο παρακάτω την Αντισθένους για να ανακαλύψω την ξύλινη πόρτα και το μικρό ασβεστωμένο παράθυρο του ταμία.

«Εδώ είμαστε».

Η μικρή αυλή ήταν ήδη γεμάτη από τους υποψήφιους θεατές οι οποίοι περιφέρονταν στα πέτρινα καθίσματα σαν τις μαζώξεις στην αυλή της εκκλησίας του χωριού.

Άρχισα να παρατηρώ. Τι ελληνικές ταινίες μου ήρθαν στο μυαλό, τι κυρίες με μαντήλια στο κεφάλι να σκουπίζουν με αχυρένιες σκούπες, τι παρατημένα σκουριασμένα ποδήλατα με σκισμένες σέλες . μπήκα σε μια ρομαντική χρονομηχανή όπου συνάμα δεν υπήρχε τίποτα φλύαρο τίποτα περιττό.

Πώς να το πω, ένιωσα ευπρόσδεκτη. Αυτή η αμεσότητα που αποπνέεται από τον χώρο και μέσα από την ζεστασιά της πετράς ακόμη…Δεν μπόρεσα παρά να αισθανθώ οικεία. Σαν διάλειμμα από οικογενειακό τραπέζι. Εκεί, μεταξύ φαγητού και γλυκού.

Τρίτο κουδούνι και μεταφέρθηκα μέσα από ένα ζεστό φουαγέ στην αίθουσα της παράστασης.

Η σκηνή είναι στημένη με τέτοιο τρόπο ώστε ο θεατής να μην είναι μακριά και αποξενωμένος , οπότε με κέρδισε ολότελα. Η παράσταση, «Αστερισμοί» του Νικ Πέιν με την Στεφανία Γουλιώτη και τον Μάκη Παπαδημητρίου, αποκάλυψη. Σκοτεινή και συνάμα τρυφερή. Θυμάμαι ότι για πρώτη φορά δεν ενοχλήθηκα από τις φλύαρες κυρίες που κατά την παράσταση, μάλλον εντυπωσιασμένες παρά αγενής, μίλούσαν για τις παλιές αποθήκες του φιξ.

«Εδώ είμαστε».

Ώστε ο χώρος ήταν παλιότερα παλιές ζυθαποθήκες του Φιξ. Για σκέψου.

Ομολογώ πως κάνοντας την σύντομη διαδρομή προς την έξοδο αυτή την φορά δεν ήθελα να περάσω πέρα από την ξύλινη πόρτα. Η παράσταση αλλά και ο χώρος είχαν πετύχει τον σκοπό τους.

Περπάτησα μέχρι την στάση Μετρό φιξ. Ώστε ο χώρος ήταν παλιότερα παλιές ζυθαποθήκες του Φιξ. Για σκέψου.

Έπρεπε να ομολογήσω. Ο ιδιοκτήτης, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, είχε σεβαστεί τον χώρο και είχε επιτύχει να εμφυσήσει έναν καινούργιο χαρακτήρα με σκοπό ίσως, να συνεχίσει να γράφει ιστορία.

Ένα ρομαντικό ατόπημα μα φανερά δύσκολα υλοποιήσιμο. Ένας χώρος σαν την ζυθοποιία έχει περάσει σε χεριά που τον σέβονται ακόμα και αν δεν τον συνέδεε ποτέ κάτι με το ίδιο το θέατρο ή έστω κάτι καλλιτεχνικό. Αφορούσε όμως κάτι γοητευτικά ιστορικό.

Εννοείται πως άρτι αφιχθείσα σπίτι, ο υπολογιστής πήρε φωτιά.

Έμαθα λοιπόν πως οι πρώτες παραστάσεις έγιναν στην αυλή πριν καν ολοκληρωθεί η αναπαλαίωση του χώρου. Οι παραστάσεις αυτές ήταν ο «Κοινός λόγος» της Έλλης Παπαδημητρίου και η «Βρωμιά» του Ρόμπερτ Σνάιντερ.

Κοινός Λόγος

Έκτοτε έχω γίνει σχεδόν θαμώνας. Βέβαια εκεί ακόμα δεν με φωνάζουν με το μικρό μου όνομα αλλά εγώ νιώθω σαν το σπίτι μου. Το Θέατρο του Νέου Κόσμου ένα θέατρο ταπεινής καταγωγής με ανησυχίες και βαθιά κοινωνικές ευαισθησίες. Μας έχει (καλό)μάθει στις δυνατές παρουσίες και σε παραστάσεις που σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Σε έναν μοναδικό χώρο μόνο κάτι μοναδικό μπορεί να γίνει.Είναι ολοφάνερο ότι η φρέσκια ματιά έχει σκοπό να εμπιστευθεί και να αναδείξει νέους καλλιτέχνες με σεβασμό στο νέο ελληνικό θέατρο. Αισθάνομαι όμως ότι πάνω απ’ όλα υπάρχει σεβασμός στον θεατή.

Περλιμπλίν και Μπελίσα
Πέτρες στις τσέπες τους

Με δύναμη από την Κηφισιά